ΠΟΤΕ ΜΙΑ ΔΙΑΙΤΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ;

τεστ ΔΥΣΑΝΕΞΙΑΣ , ΒΙΟΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ, dna , ΜΙΚΡΟΒΙΩΜΑ, ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΑ, ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΑ ΓΕΥΜΑΤΩΝ , “ΑΠΟΤΟΞΙΝΩΣΗ”: ΤΙ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΟΥΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ
Η διαιτολογία δεν γίνεται επιστημονική επειδή χρησιμοποιεί ένα μηχάνημα, μια εργαστηριακή εξέταση ή περίπλοκη ορολογία.Και, αντίστροφα, μια παρέμβαση δεν παύει να είναι επιστημονική επειδή είναι απλή.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι άλλο: το εργαλείο που χρησιμοποιούμε μετρά πράγματι αυτό που ισχυρίζεται ότι μετρά; Το αποτέλεσμα έχει κλινική σημασία; Η παρέμβαση έχει αποδεδειγμένο όφελος; Είναι ασφαλής; Και χρησιμοποιείται στον κατάλληλο άνθρωπο, για συγκεκριμένο λόγο;
Η ευρωπαϊκή επαγγελματική δεοντολογία της διαιτολογίας περιλαμβάνει την εφαρμογή της καλύτερης διαθέσιμης επιστημονικής γνώσης, τη συστηματική αξιολόγηση της πρακτικής, τη συνεργασία με άλλους επαγγελματίες υγείας και την αρχή του «do no harm».
Στην Ελλάδα, ο ν. 5194/2025 περιγράφει τη διαιτολογική πράξη ως διαδικασία που μπορεί να περιλαμβάνει διατροφική αξιολόγηση, διατροφική διάγνωση, παρέμβαση και παρακολούθηση, με συνεκτίμηση κλινικών, εργαστηριακών και φαρμακευτικών παραμέτρων. Για τον ασθενή προβλέπεται επίσης συνεργασία στο πλαίσιο των οδηγιών του υπεύθυνου ιατρού.
Αυτό είναι σημαντικό, γιατί η πραγματική εξατομίκευση δεν σημαίνει «βρήκα ένα πιο εντυπωσιακό test». Σημαίνει ότι συνδυάζω τα δεδομένα που έχουν πραγματική κλινική αξία για να πάρω καλύτερες αποφάσεις για τον συγκεκριμένο άνθρωπο.
Τι περιλαμβάνει στην πράξη η διαιτολογική φροντίδα;
Μια τεκμηριωμένη διαιτολογική παρέμβαση ξεκινά από το ιστορικό: τη διατροφή, την υγεία, τη φαρμακευτική αγωγή, τον τρόπο ζωής, τους στόχους και τις ιδιαίτερες ανάγκες του ανθρώπου.
Ακολουθεί η αξιολόγηση. Ανθρωπομετρικές μετρήσεις, βάρος, σύσταση σώματος, μέτρηση μεταβολισμού, περίμετροι ή εκτίμηση ενεργειακών αναγκών μπορεί να έχουν θέση ανάλογα με την περίπτωση. Το ίδιο ισχύει για εργαστηριακά δεδομένα, όταν είναι απαραίτητα.
Στη συνέχεια χρειάζεται παρέμβαση που να έχει αιτιολόγηση: γιατί επιλέχθηκε αυτή η προσέγγιση, σε ποια δεδομένα ή κατευθυντήριες οδηγίες βασίζεται και ποιος είναι ο στόχος της.
Και υπάρχει ένα μέρος που συχνά παραλείπεται: η παρακολούθηση. Ένα διατροφικό πλάνο δεν είναι προϊόν που παραδίδεται και τελείωσε. Αξιολογείται η ανταπόκριση και η στρατηγική προσαρμόζεται όταν χρειάζεται. Αυτό ακριβώς περιλαμβάνεται και στον σύγχρονο ορισμό της διαιτολογικής πράξης στην Ελλάδα.
ΤΕΣΤ ΤΡΟΦΙΚΗΣ ΔΥΣΑΝΕΞΙΑΣ
Ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα είναι τα εμπορικά panels που μετρούν IgG ή IgG4 αντισώματα έναντι πολλών τροφίμων και στη συνέχεια παρουσιάζουν έναν κατάλογο τροφών που ο εξεταζόμενος υποτίθεται ότι «δεν ανέχεται». Το πρόβλημα είναι θεμελιώδες: η παρουσία τροφικών IgG/IgG4 δεν αποτελεί απόδειξη τροφικής δυσανεξίας. Και φυσικά άλλο η τροφική δυσανεξία και άλλο η τροφική αλλεργία.
Η τροφική αλλεργία είναι ανεπιθύμητη αντίδραση στην οποία συμμετέχει το ανοσοποιητικό σύστημα. Μπορεί να είναι IgE-μεσολαβούμενη, αλλά υπάρχουν και μη-IgE ανοσολογικές τροφικές αλλεργίες.
Η τροφική δυσανεξία είναι διαφορετική έννοια: αφορά ανεπιθύμητες αντιδράσεις στην τροφή που δεν οφείλονται σε ανοσολογικό μηχανισμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η δυσανεξία στη λακτόζη, όπου το πρόβλημα αφορά την πέψη της λακτόζης λόγω μειωμένης δραστηριότητας του ενζύμου λακτάση.
Επομένως, δεν υπάρχει ένα ενιαίο «τεστ τροφικής δυσανεξίας» που να μπορεί να ελέγξει δεκάδες ή εκατοντάδες τρόφιμα ταυτόχρονα. Η κατάλληλη διερεύνηση εξαρτάται κάθε φορά από τον μηχανισμό που υποψιαζόμαστε, τα συμπτώματα και το ιστορικό.
Η European Academy of Allergy and Clinical Immunology (EAACI) αναφέρει ότι τα ειδικά IgG4 έναντι τροφίμων αντανακλούν συχνά φυσιολογική έκθεση στην τροφή και μπορεί να σχετίζονται ακόμη και με ανοσολογική ανοχή. Η EAACI καταλήγει ότι το food-specific IgG4 δεν πρέπει να χρησιμοποιείται στη διερεύνηση τροφικής αλλεργίας ή δυσανεξίας. Η American Academy of Allergy, Asthma & Immunology (AAAAI) δίνει αντίστοιχη σύσταση.
Αυτό δεν είναι απλώς θεωρητική διαφωνία.
Ένα «θετικό» panel μπορεί να οδηγήσει έναν άνθρωπο να αφαιρέσει χωρίς λόγο γαλακτοκομικά, σιτηρά, αυγά, όσπρια, ξηρούς καρπούς ή δεκάδες άλλες τροφές. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι διατροφικές ελλείψεις, σημαντικός περιορισμός της ποικιλίας, άγχος γύρω από το φαγητό και —ίσως το σημαντικότερο— καθυστέρηση της πραγματικής διάγνωσης. Και φυσικά: άλλο τροφική αλλεργία και άλλο τροφική δυσανεξία.
Η διάγνωση δεν γίνεται με ένα αδιακρίτως μεγάλο panel εξετάσεων. Χρειάζεται ιστορικό, συσχέτιση της τροφής με τα συμπτώματα και, ανάλογα με την περίπτωση, οι κατάλληλες ιατρικές εξετάσεις ή ελεγχόμενη διαδικασία αποκλεισμού και επανεισαγωγής.
ΒΙΟΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ, VEGA TESTS , ΚΙΝΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΡΙΧΑΣ…
Εδώ τα δεδομένα είναι ακόμη πιο σαφή. Η British Society for Allergy & Clinical Immunology (BSACI) αναφέρει ότι μέθοδοι όπως ο βιοσυντονισμός, το Vega/electrodermal testing, η κινησιολογία, η ανάλυση τρίχας και τα IgG tests δεν αποτελούν έγκυρες διαγνωστικές εξετάσεις για τροφική αλλεργία και επισημαίνει ότι οι εναλλακτικές αυτές μέθοδοι δεν διαθέτουν επαρκή τεκμηρίωση που να επικυρώνει τη χρήση τους.
Η Australasian Society of Clinical Immunology and Allergy (ASCIA) αναφέρεται ακόμη πιο συγκεκριμένα στη χρήση τέτοιων μεθόδων για τροφικές αλλεργίες και δυσανεξίες: Vega testing, κινησιολογία, ανάλυση τρίχας και IgG food testing έχουν προωθηθεί για τη διάγνωσή τους χωρίς αξιόπιστη επιστημονική τεκμηρίωση και τα αποτελέσματά τους έχουν αποδειχθεί ανακριβή και μη αξιόπιστα.
Το να ονομάσουμε επομένως μια μη τεκμηριωμένη εξέταση «τεστ δυσανεξίας» αντί για «τεστ αλλεργίας» δεν της προσδίδει διαγνωστική εγκυρότητα.
Το βασικό πρόβλημα δεν είναι ότι ένα μηχάνημα «φαίνεται εναλλακτικό». Το πρόβλημα είναι ότι ένα αποτέλεσμα δεν αποκτά διαγνωστική αξία επειδή το παρήγαγε ένα μηχάνημα.Για να είναι ένα test κλινικά χρήσιμο πρέπει, μεταξύ άλλων, να έχει επαρκή εγκυρότητα και αναπαραγωγιμότητα και να έχει αποδειχθεί ότι το αποτέλεσμα αντιστοιχεί πραγματικά στην κατάσταση που ισχυρίζεται ότι ανιχνεύει. Η ASCIA επισημαίνει επίσης ότι η χρήση μη τεκμηριωμένων tests μπορεί να οδηγήσει σε περιττούς αποκλεισμούς τροφίμων, οικονομική επιβάρυνση, διατροφικές ανεπάρκειες και καθυστέρηση αποτελεσματικότερης διάγνωσης ή θεραπείας.
Οπότε, όταν μια υπηρεσία υποστηρίζει ότι ένα μηχάνημα μπορεί να «μετρήσει τα πάντα» —από δυσανεξίες μέχρι ελλείψεις και μεταβολικές διαταραχές— η σωστή στάση είναι απλή:
κράτα επιφύλαξη και ζήτησε την τεκμηρίωση της συγκεκριμένης χρήσης.
DNA test ΚΑΙ Η ΤΕΛΕΙΑ ΔΙΑΙΤΑ ΓΙΑ ΤΑ ΓΟΝΙΔΙΑ ΣΟΥ
Η γενετική είναι πραγματική και εξαιρετικά σημαντική επιστήμη.
Υπάρχουν γενετικές εξετάσεις με σαφή κλινική χρησιμότητα για συγκεκριμένα κληρονομικά νοσήματα ή γενετικές παραλλαγές. Το γεγονός όμως ότι η γενετική έχει τεράστια ιατρική αξία δεν σημαίνει ότι κάθε εμπορικό nutrigenetic test μπορεί να κατασκευάσει την “τέλεια δίαιτα” για έναν άνθρωπο.
Η Academy of Nutrition and Dietetics έχει αξιολογήσει ειδικά την ενσωμάτωση γενετικών εξετάσεων στη διατροφική φροντίδα. Η σχετική consensus report κατέληξε ότι τα διαθέσιμα δεδομένα ήταν χαμηλής ποιότητας και ανεπαρκή ώστε να αποδειχθεί ότι η προσθήκη γενετικών πληροφοριών στη συνήθη διατροφική συμβουλευτική βελτιώνει τα διατροφικά αποτελέσματα.
Αυτό συμβαίνει και επειδή η διατροφή, η παχυσαρκία, ο διαβήτης τύπου 2 ή τα καρδιαγγειακά νοσήματα δεν καθορίζονται από ένα μόνο γονίδιο. Πρόκειται συνήθως για πολύπλοκες αλληλεπιδράσεις πολλών γενετικών παραλλαγών με τη συμπεριφορά, το περιβάλλον, τη φυσική δραστηριότητα, τον ύπνο και πολλούς άλλους παράγοντες.
Η European Society of Human Genetics τονίζει επίσης ότι πριν προσφερθεί ένα γενετικό test για λόγους υγείας πρέπει να εξετάζεται η κλινική χρησιμότητά του, να υπάρχουν κατάλληλα standards ποιότητας και να δίνονται σωστές πληροφορίες και, όπου απαιτείται, γενετική συμβουλευτική. Κατά συνέπεια τα εμπορικά DNA test δεν μπορούν να σας δώσουν εξατομικευμένες πληροφορίες για το διαιτολόγιο σας και πάλι.
ΤΕΣΤ ΜΙΚΡΟΒΙΩΜΑΤΟΣ
Το ανθρώπινο μικροβίωμα αποτελεί έναν από τους πιο ενδιαφέροντες τομείς της σύγχρονης βιοϊατρικής έρευνας.
Και ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται να διαχωρίζουμε την ερευνητική δυναμική από την ήδη αποδεδειγμένη κλινική εφαρμογή. Τα περισσότερα εμπορικά τεστ εντερικού μικροβιώματος βασίζονται σε δείγμα κοπράνων και αναλύουν χαρακτηριστικά της μικροβιακής σύνθεσης του δείγματος. Όμως δεν υπάρχει σήμερα ένα μοναδικό «ιδανικό μικροβίωμα» που να λειτουργεί ως φυσιολογικός στόχος για όλους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το εργαστήριο δεν μετρά πραγματικά χαρακτηριστικά του δείγματος. Μπορεί πράγματι να ανιχνεύσει μικροοργανισμούς και να περιγράψει τη σχετική μικροβιακή σύνθεση· το πρόβλημα αρχίζει όταν αυτή η περιγραφή μετατρέπεται σε μη επαρκώς επικυρωμένα συμπεράσματα, όπως «δυσβίωση», «ιδανικό μικροβίωμα» ή συγκεκριμένες εξατομικευμένες διατροφικές οδηγίες.
Το 2025 δημοσιεύθηκε διεθνής consensus statement στο Lancet Gastroenterology & Hepatology. Η ομάδα ειδικών σημειώνει ότι, παρά το μεγάλο επιστημονικό ενδιαφέρον, η τεκμηρίωση της κλινικής χρησιμότητας των microbiome tests παραμένει περιορισμένη, ενώ αυξάνονται οι direct-to-consumer υπηρεσίες χωρίς αποδεδειγμένη αξία για πολλές από τις χρήσεις που προωθούν. Αυτό δεν σημαίνει ότι το μικροβίωμα «δεν έχει αξία».
Σημαίνει ότι δεν έχουμε ακόμη φτάσει στο σημείο όπου ένα εμπορικό report μπορεί να μεταφραστεί με ακρίβεια σε:
«Αυτό είναι το ιδανικό μικροβίωμά σου και επομένως αυτή είναι η τέλεια διατροφή σου.»
Ενδιαφέρουσα επιστήμη. Ακόμη περιορισμένη κλινική εφαρμογή.
ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ
Υπάρχουν σαφώς περιπτώσεις στις οποίες η συμπληρωματική χορήγηση ενός θρεπτικού συστατικού έχει επιστημονική ένδειξη: για παράδειγμα όταν υπάρχει τεκμηριωμένη ανεπάρκεια, ιδιαίτερη διατροφική ανάγκη, συγκεκριμένο στάδιο ζωής ή κλινική κατάσταση.
Αλλά το γεγονός ότι ένα συμπλήρωμα μπορεί να έχει ένδειξη δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της αδιάκριτης χορήγησης δεκάδων σκευασμάτων.
Η αξιολόγηση πρέπει να λαμβάνει υπόψη το πλήρες διατροφικό και ιατρικό ιστορικό, τη φαρμακευτική αγωγή, άλλα συμπληρώματα, εργαστηριακά δεδομένα όπου είναι απαραίτητα, τη δόση και τη διάρκεια χρήσης.
Το NIH Office of Dietary Supplements επισημαίνει ότι για πολλά θρεπτικά συστατικά υπάρχουν ανώτατα ανεκτά επίπεδα πρόσληψης, ενώ ορισμένα συμπληρώματα μπορεί να αλληλεπιδρούν με φάρμακα. Η FDA επισημαίνει επίσης ότι τα συμπληρώματα μπορούν να επηρεάσουν την απορρόφηση, τον μεταβολισμό ή την αποβολή φαρμάκων, ενώ ακόμη και ουσίες όπως η βιοτίνη μπορούν να επηρεάσουν ορισμένες εργαστηριακές εξετάσεις.
Στην Ελλάδα, όταν πρόκειται για ασθενή, το ισχύον πλαίσιο προβλέπει ότι κατά τη διαιτολογική πράξη συνεκτιμώνται κλινικές, εργαστηριακές και φαρμακευτικές παράμετροι και ότι η πράξη πραγματοποιείται στο πλαίσιο των οδηγιών του υπεύθυνου ιατρού.
ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΑ ΓΕΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ SHAKES
Tο προϊόν από μόνο του δεν μας λέει αν η πρακτική είναι καλή.
Αυτό είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα του γιατί στην επιστήμη πρέπει να αποφεύγουμε τα εύκολα «καλό/κακό».
Τα υποκατάστατα γευμάτων δεν είναι από μόνα τους αντιεπιστημονικά.
Συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις τυχαιοποιημένων μελετών δείχνουν ότι οργανωμένες παρεμβάσεις που περιλαμβάνουν total ή partial meal replacements μπορούν να οδηγήσουν σε μεγαλύτερη απώλεια βάρους από ορισμένες συμβατικές υποθερμιδικές παρεμβάσεις, ιδιαίτερα όταν αποτελούν μέρος δομημένου προγράμματος με υποστήριξη.
Αυτό όμως είναι πολύ διαφορετικό από το:
«Αγόρασε αυτά τα shakes και αυτή είναι η λύση για εσένα.»
Οι κατευθυντήριες οδηγίες NICE (National Institute for Health and Care Excellence) για τις low-energy και very-low-energy δίαιτες ζητούν να χρησιμοποιούνται ως μέρος συνολικής στρατηγικής, να είναι διατροφικά πλήρεις, να έχουν περιορισμένη διάρκεια όταν πρόκειται για αυτές τις πολύ χαμηλές ενεργειακές προσλήψεις και να συνοδεύονται από κατάλληλη κλινική υποστήριξη και σχέδιο επιστροφής σε ισορροπημένη διατροφή.
Άρα η ύπαρξη ενός shake δεν είναι το πρόβλημα. Το ερώτημα είναι ποιος το δίνει, γιατί το δίνει, σε ποιον, για πόσο, με ποια αξιολόγηση και με ποια παρακολούθηση. Και υπάρχει και μία σημαντική επαγγελματική διάκριση: στην Ελλάδα η εξατομικευμένη διατροφική αξιολόγηση, παρέμβαση και παρακολούθηση αποτελούν διαιτολογική/διατροφολογική πράξη, η οποία ασκείται από αδειοδοτημένους Διαιτολόγους–Διατροφολόγους.
Άλλο πουλάω ένα προϊόν.
Άλλο παρέχω διαιτολογική φροντίδα.
DETOX, ΚΛΥΣΜΑΤΑ ΚΑΙ “ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΣ” ΕΝΤΕΡΟΥ
Εδώ χρειάζεται πρώτα να ξεκαθαρίσουμε μια λέξη. Η αποτοξίνωση υπάρχει στην ιατρική.
Υπάρχουν πραγματικές τοξικές εκθέσεις και δηλητηριάσεις που απαιτούν ειδική ιατρική αντιμετώπιση. Αυτό όμως δεν έχει σχέση με τη γενική ιδέα ότι ένας υγιής άνθρωπος είναι «γεμάτος τοξίνες» και χρειάζεται περιοδικά χυμούς, συμπληρώματα, κλύσματα ή colon cleanses για να «καθαρίσει».
Το NCCIH (National Center for Complementary and Integrative Health) διαχωρίζει ρητά αυτά τα εμπορικά detox/cleansing προγράμματα από ιατρικές διαδικασίες αποτοξίνωσης. Για τα wellness detoxes αναφέρει ότι τα διαθέσιμα δεδομένα είναι περιορισμένα και χαμηλής ποιότητας και ότι ορισμένες πρακτικές μπορούν να προκαλέσουν ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως αφυδάτωση και διαταραχές ηλεκτρολυτών.
Το ίδιο ισχύει ειδικά για τον «καθαρισμό» του παχέος εντέρου.
Κλύσματα, καθαρτικά, προετοιμασία εντέρου και άλλες σχετικές διαδικασίες έχουν συγκεκριμένες ιατρικές χρήσεις. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι «καθαρίζουν το σώμα από τοξίνες».
Μια συστηματική ανασκόπηση για το colonic cleansing ως πρακτική γενικής προαγωγής της υγείας δεν βρήκε επαρκείς, μεθοδολογικά αυστηρές ελεγχόμενες μελέτες που να στηρίζουν αυτή τη χρήση, ενώ στη βιβλιογραφία υπήρχαν αναφορές ανεπιθύμητων ενεργειών. Τα κλύσματα δεν «αποτοξινώνουν» τον οργανισμό. Δεν έχουν θέση ως πρακτική ρουτίνας για detox, colon cleanse ή wellness. Χρησιμοποιούνται όταν υπάρχει συγκεκριμένη ιατρική ένδειξη και στο κατάλληλο πλαίσιο.
ΚΟΚΚΙΝΕΣ ΣΗΜΑΙΕΣ ΚΑΙ ΤΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΞΕΤΕ
Υπάρχουν ορισμένα μοτίβα που σηκώνουν «κόκκινη σημαία»: κάποιος δεν παίρνει ουσιαστικό ιστορικό, σου πουλά προϊόν πριν σε αξιολογήσει, στηρίζει ολόκληρη την παρέμβαση σε ένα μόνο test, αποκλείει πολλές τροφές χωρίς σαφή ένδειξη, δίνει το ίδιο πακέτο συμπληρωμάτων σχεδόν σε όλους, υπόσχεται «reset», «detox» ή γρήγορα αποτελέσματα για όλους ή δεν μπορεί να σου εξηγήσει γιατί προτείνει αυτό που προτείνει.
Το αντίθετο μιας μη τεκμηριωμένης πρακτικής δεν είναι μια «βαρετή» διαιτολογία που δεν χρησιμοποιεί εργαλεία.
Είναι μια πρακτική που μπορεί να απαντήσει σε τρεις πολύ απλές ερωτήσεις:
Γιατί το κάνουμε;
Τι δεδομένα το υποστηρίζουν;
Και πώς θα ξέρουμε αν πράγματι βοήθησε;
Η επιστήμη της διατροφής δεν είναι ένα συγκεκριμένο test, supplement ή protocol.
Είναι η ικανότητα να ξεχωρίζουμε τι έχει πραγματική κλινική αξία, τι έχει θέση μόνο σε συγκεκριμένες ενδείξεις και τι, με βάση τα σημερινά δεδομένα, δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για να καθοδηγεί τη διατροφική φροντίδα.
Η πραγματική εξατομίκευση δεν προκύπτει από το πιο εντυπωσιακό τεστ ή το πιο καινούργιο «πρωτόκολλο». Προκύπτει από σωστή αξιολόγηση, επιστημονική τεκμηρίωση, κλινική κρίση και παρακολούθηση.
Γιατί επιστημονική πρακτική δεν σημαίνει να χρησιμοποιούμε περισσότερα εργαλεία.
Σημαίνει να χρησιμοποιούμε μόνο εκείνα που έχουμε λόγο να εμπιστευόμαστε.
⸻
Πηγές και επιστημονική τεκμηρίωση
1. European Federation of the Associations of Dietitians (EFAD). International Code of Ethics and Code of Good Practice for Dietetics. Evidence-based practice, evaluation of outcomes, competence and “do no harm”. EFAD – Ethics and Good Practice
2. Ν. 5194/2025, ΦΕΚ 66 Α΄/2.5.2025. Σύλλογος Διαιτολόγων–Διατροφολόγων Ελλάδος και ορισμός διαιτολογικής/διατροφολογικής πράξης. Βουλή των Ελλήνων – Ν. 5194/2025
3. Stapel SO, et al. EAACI Task Force. Testing for IgG4 against foods is not recommended as a diagnostic tool. Allergy. 2008;63:793–796. DOI: 10.1111/j.1398-9995.2008.01705.x. PubMed
4. American Academy of Allergy, Asthma & Immunology. The Myth of IgG Food Panel Testing. AAAAI
5. British Society for Allergy & Clinical Immunology. Other tests — IgG, bioresonance, hair analysis, kinesiology, Vega/electrodermal testing. BSACI
6. Australasian Society of Clinical Immunology and Allergy. Evidence-Based Versus Non Evidence-Based Tests and Treatments for Allergic Disorders. ASCIA
7. Rozga M, et al. Academy of Nutrition and Dietetics. Consensus Report: Incorporating Genetic Testing into Nutrition Care. J Acad Nutr Diet. 2021;121:545–552. PubMed
8. European Society of Human Genetics. Statement on direct-to-consumer genetic testing for health-related purposes. Eur J Hum Genet. 2010;18:1271–1273. PubMed
9. Porcari S, et al. International consensus statement on microbiome testing in clinical practice. Lancet Gastroenterol Hepatol. 2025;10:154–167. DOI: 10.1016/S2468-1253(24)00311-X. PubMed
10. NIH Office of Dietary Supplements. Evidence-based information on dietary supplements, safety, upper intake limits and interactions. NIH ODS – Health Information
11. U.S. Food and Drug Administration. Mixing Medications and Dietary Supplements Can Endanger Your Health. FDA
12. Astbury NM, et al. A systematic review and meta-analysis of the effectiveness of meal replacements for weight loss. Obes Rev. 2019;20:569–587. DOI: 10.1111/obr.12816. PubMed
13. NICE. Overweight and obesity management – Physical activity and diet. Recommendations on low- and very-low-energy diets, nutritional completeness, duration and clinical support. NICE NG246
14. National Center for Complementary and Integrative Health. “Detoxes” and “Cleanses”: What You Need To Know. NCCIH
15. Acosta RD, Cash BD. Clinical effects of colonic cleansing for general health promotion: a systematic review. Am J Gastroenterol. 2009;104:2830–2836. DOI: 10.1038/ajg.2009.494. PubMed
